αἰτιωδῶς

αἰτιώδης
resembling a cause
adverbial (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • απροσδιοριστία — η 1. η ιδιότητα του απροσδιόριστου 2. η φιλοσοφική άποψη πως ένα τουλάχιστον μέρος του κόσμου δεν είναι αιτιωδώς προσδιορισμένο και λειτουργεί μέσα από ελεύθερες πράξεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < απροσδιόριστος. Η λ. μαρτυρείται από το 1801 στον Δανιήλ… …   Dictionary of Greek

  • ντετερμινισμός — Βλ. λ. αιτιοκρατία. * * * ο (φιλοσ.) θεωρία σύμφωνα με την οποία τα πάντα στον κόσμο είναι αιτιωδώς προσδιορισμένα, γίνονται κατά αιτιώδη συνάφεια, είναι καθορισμένα από την επενέργεια ορισμένων αντικειμενικών νόμων, η αιτιοκρατία. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • συγκρητικός — ή, ό, Ν φρ. «συγκρητική ηθική» (κοινων. ανθρωπολ.) εμπειρική μελέτη τών πεποιθήσεων περί ηθικής και τών σχετικών πρακτικών πληθυσμών και πολιτισμών σε διάφορους τόπους και σε διάφορες χρονικές περιόδους, με σκοπό την επεξεργασία και την κατανόησή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.